γράφει ο Χρήστος Κάτσικας
Όταν το σχολείο ενοχλείται περισσότερο από τη διαμαρτυρία παρά από το πρόβλημα που την προκάλεσε, η σιωπή αποκτά το κύρος μιας “χρήσιμης” κοινωνικής δεξιότητας. Το παιδί μαθαίνει ότι για να προστατευτεί πρέπει να περιορίζει τη φωνή του, να μετρά τις αντιδράσεις του και να αφήνει τις δύσκολες ερωτήσεις για κάποια άλλη στιγμή, η οποία συχνά δεν έρχεται ποτέ.
Τα παιδιά ακούν όσα τους λέμε, αλλά παρατηρούν και όσα ανεχόμαστε, προσέχουν ποιος μπορεί να προσβάλλει χωρίς συνέπειες, ποιος αναγκάζεται να υποχωρεί για να αποφύγει τη σύγκρουση και ποιος επιβραβεύεται επειδή έμαθε εγκαίρως να προσαρμόζεται, ακόμη κι όταν αυτή η προσαρμογή απαιτεί να κάνει πως δεν βλέπει.
Σε αυτή την καθημερινή παρατήρηση διαμορφώνεται ένα μάθημα που δεν περιλαμβάνεται σε κανένα σχολικό πρόγραμμα, παρότι μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικότερο από πολλές διδακτικές ώρες: το μάθημα για το πώς λειτουργεί πραγματικά ο κόσμος, πέρα από τις διακηρύξεις των ενηλίκων για τη δικαιοσύνη, τον σεβασμό και την αλληλεγγύη.
Όταν, λοιπόν, η δημόσια ζωή αντιμετωπίζει την αδικία με καθησυχαστικές ανακοινώσεις χωρίς ουσιαστική συνέχεια, όταν η οικογένεια συμβουλεύει το παιδί να «μην μπλέκει» και όταν το σχολείο ενοχλείται περισσότερο από τη διαμαρτυρία παρά από το πρόβλημα που την προκάλεσε, η σιωπή αποκτά το κύρος μιας “χρήσιμης” κοινωνικής δεξιότητας.
Το παιδί μαθαίνει ότι για να προστατευτεί πρέπει να περιορίζει τη φωνή του, να μετρά τις αντιδράσεις του και να αφήνει τις δύσκολες ερωτήσεις για κάποια άλλη στιγμή, η οποία συχνά δεν έρχεται ποτέ.
Από την αδιαφορία στην αποδοχή της αυθαιρεσίας
Η ανοχή στην αυθαιρεσία σπάνια εμφανίζεται εξαρχής ως συνειδητή επιλογή, αφού συνήθως ξεκινά από μια μικρή παραίτηση, από το «έτσι είναι τα πράγματα», από την κούραση μπροστά σε ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα ή από την πεποίθηση ότι η παρέμβαση δεν θα αλλάξει τίποτα.
Η επανάληψη, όμως, μπορεί να μετατρέψει την παραίτηση σε κανονικότητα, καθώς η προσβολή αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως στοιχείο του χαρακτήρα κάποιου, η ταπείνωση ως μέθοδος πειθαρχίας και η επιθετικότητα ως αναγκαίο προσόν για όποιον θέλει να «πάει μπροστά».
Ασφαλώς, ο άνθρωπος που φοβάται να αντιδράσει χρειάζεται προστασία και υποστήριξη, γι’ αυτό η ευθύνη δεν μπορεί να μοιράζεται αδιακρίτως ανάμεσα σε εκείνον που ασκεί εξουσία και σε εκείνον που υφίσταται τις συνέπειές της· το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς θα δημιουργηθούν συνθήκες μέσα στις οποίες η υπεράσπιση του δικαίου θα γίνεται εφικτή.
Για τα παιδιά, αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή χρειάζονται να δουν ότι η συλλογικότητα μπορεί να προσφέρει ασφάλεια, ότι μια αδικία μπορεί να διορθωθεί και ότι η αξιοπρέπεια έχει θέση στην καθημερινή ζωή, ακόμη κι όταν η υπεράσπισή της απαιτεί προσπάθεια.
Οι μαθητές που μαθαίνουν να μη χωρούν στον εαυτό τους
Η εικόνα των μαθητών ως «γλαστρών εσωτερικού χώρου» περιγράφει ένα σχολείο που τους θέλει τακτοποιημένους στη θέση τους, πρόθυμους να ακολουθούν οδηγίες και αρκετά ήσυχους ώστε να μην εμποδίζουν την ομαλή εξέλιξη της διαδικασίας, χωρίς να ενδιαφέρεται εξίσου για όσα σκέφτονται, φοβούνται ή επιθυμούν.
Μια τάξη, ωστόσο, μπορεί να είναι απολύτως ήσυχη και ταυτόχρονα γεμάτη αβεβαιότητα, ανία ή φόβο, όπως ένας μαθητής μπορεί να εκτελεί σωστά τις οδηγίες χωρίς να έχει κατανοήσει το περιεχόμενό τους ή χωρίς να τολμά να παραδεχθεί ότι χρειάζεται βοήθεια.
Η μεταφορά των «σαρκοβόρων φυτών» αναδεικνύει τον κίνδυνο η έκφραση να αναζητήσει τελικά τον δρόμο της επιβολής, όταν το περιβάλλον προσφέρει ως βασικά υποδείγματα την υποχώρηση μπροστά στον ισχυρό και την κυριαρχία απέναντι στον ασθενέστερο.
Δεν περιγράφει μια αναπόφευκτη εξέλιξη ούτε δικαιολογεί χαρακτηρισμούς για τα παιδιά, αλλά θέτει ένα δύσκολο ερώτημα στους ενηλίκους: πώς θα μάθει ένας μαθητής να διαφωνεί με σεβασμό, αν έχει ελάχιστες ευκαιρίες να δει τη διαφωνία να αντιμετωπίζεται με σεβασμό;
Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται χώρο για να ανοίξει χώρο
Το σχολείο μπορεί να προσφέρει αυτές τις ευκαιρίες μέσα από κατανοητούς κανόνες, ουσιαστική συμμετοχή, συνεργατικές εργασίες και συζητήσεις στις οποίες οι μαθητές εξασκούνται να ακούν, να επιχειρηματολογούν και να αναλαμβάνουν ευθύνη για τις πράξεις τους.
Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται εκπαιδευτικούς με χρόνο και παιδαγωγική υποστήριξη, επειδή η διαρκής διοικητική πίεση, η εξάντληση και η απαίτηση να αποδεικνύεται κάθε ενέργεια μέσα από φόρμες και καταχωρίσεις περιορίζουν τον χώρο της ουσιαστικής σχέσης με την τάξη.
Η αξία του δασκάλου φαίνεται και στην ικανότητά του να αναγνωρίζει μια δυσκολία πριν γίνει σύγκρουση, να ενθαρρύνει μια ερώτηση και να επιτρέπει στο παιδί να δοκιμάσει τη σκέψη του, γνωρίζοντας ότι το λάθος του θα αντιμετωπιστεί ως αφετηρία μάθησης.
Υπάρχουν καθημερινά εκπαιδευτικοί που υπηρετούν αυτή την προοπτική, μαθητές που υπερασπίζονται έναν συμμαθητή τους και γονείς που επιλέγουν να ακούσουν πριν κρίνουν, δημιουργώντας μικρές αλλά ουσιαστικές εμπειρίες εμπιστοσύνης.
Από αυτές τις εμπειρίες μπορεί να μεγαλώσει ένα διαφορετικό σχολείο, όπου τα παιδιά θα βρίσκουν χώρο να ανθίσουν, να αποκτήσουν δική τους φωνή και να καταλάβουν ότι η ελευθερία τους γίνεται ουσιαστικότερη όταν συνοδεύεται από ευθύνη για τους άλλους.
