Γράφει ο Πούλιος Παναγιώτης
Άμα κανείς δεν έχει τη γενναιότητα να τον πει τον καλό λόγο στον πολιτειακό παράγοντα η εκπρόσωπο συλλόγου, εκείνος μαραζώνει και τρομάζει, γιατί ο ποιητής φοβάται. «Φόρεσα πάλι τη φορεσιά του δέντρου κι εσύ βελάζεις» πρέπει να πει (σαν τον Σεφέρη), σ’ αυτούς που τον φθονούν και δεν καταλαβαίνουν και βρίσκουν μάταιη και ανόητη την απόπειρά του να μετασχηματίσει μ’ αυτόν τον τρόπο του την πραγματικότητα.
Ο τίτλος είναι δανεικός από μια συζήτηση γερόντων σε ένα από τα θρυλικά καφενεία της πόλης μας.Εκεί που ανάμεσα στα τσίπουρα,στο τάβλι,στην γλώσσα της καθημερινότητας γράφονται όλες οι αλήθειες της ζωής.
Σε αυτά λοιπόν τα μέρη που παίρνω και εγώ μια τζούρα ζωής,λέγονται κοιτώντας στα μάτια τα γεροντάκια μιας άλλης εποχής,βλέπω την πραγματικότητα.Μέσα λοιπόν από τις αγωνίες,αν κόψει η εκάστοτε κυβέρνηση έστω δέκα ευρώ από την σύνταξη,γράφονται βιβλία από τα βάσανα.
10 ευρώ παιδί μου,είναι ένα παιχνίδι στην εγγόνα μου,10 ευρώ είναι κάποια μακαρόνια και όσπρια ώστε να γεμίσει η κοιλιά μου,να δώσω την υπόλοιπη σύνταξη στην άνεργη κόρη μου..Πόσο πίκρα και πόσο φαρμάκι έχουν αυτές οι αλήθειες…
Οι Συζητήσεις ξεκινάνε από τον Ολυμπιακό και την ΑΕΚ ως τον ΠΑΟΚ και από εκεί οδηγούνται στην πολιτική και στα πειράγματα ανάμεσά τους…Το βλέπεις αυτό το τραπέζι Παναγιώτη μου είπε ο κυρ Σπύρος…Το βλέπω του απάντησα..Σε αυτό το τραπέζι ερχόταν ο κυρ Γιάννης είκοσι χρόνια τώρα…λείπει εδώ και λίγες ημέρες.
Τι απέγινε ο κυρ Γιάννης ξαναρώτησα?Από τότε που έφυγε η σύζυγός του για το αιώνιο ταξίδι,η μοναχοκόρη του ταξίδεψε στο εξωτερικό για μια νέα ζωή.Η Μοναξιά τον σκότωσε…Χθές μάθαμε ότι τον βρήκαν πεθαμένο..Η όψη του κυρ Σπύρου χλόμιασε…Εσύ τον έβριζες συνέχεια του απάντησα..Ε και?η αγάπη στα χρόνια τα δικά μας ερχόταν μέσα από τέτοια πειράγματα μου απάντησε…
Ο Κυρ Σπύρος έκλαψε πολύ..ο Νώντας πρώην ναυτικός του χτύπησε την πλάτη λέγοντάς του,άντε ρε μαλάκα να φεύγεις κ σύ να με γνωρίσει η κυρά σου επιτέλους…εκεί που τα δάκρυα έπεφταν βροχή,άρχισαν ξαφνικά τα μπινελίκια..
Γέλασα πολύ,όταν η κουβέντα πήγε στους παράγοντες της πόλης,εκεί όπου τα τελευταία χρόνια,μετά τον Covid,άρχισαν ο ένας να βραβεύει τον άλλον.Να βγάζουν ανάμεσά τους φωτογραφίες,να αποθεώνονται κρατώντας το μικρόφωνο,Τύποι που παριστάνουν τους παρουσιαστές να μιλάνε για το μεγάλο εγώ τους,όλα αυτά σε μια απίστευτη θεατρικότητα γελοιότητας.
Ρε αυτός βρίζει τον άλλον έξω και τον τίμησε με πλακέτα…
Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς από αυτούς εκεί τι γνώμη έχει η τοπική κοινωνία για την προσφορά τους?Νομίζω πως όχι.Όπως δεν πιστεύω, δεν έχουν τσίπα να δούν ότι σε ένα δελτίο τύπου,στέλνεις το κείμενο της βασικής έννοιας της εκδήλωσης,ημερίδας,συζήτησης όπως θες το βαφτίζεις…
Πότε μα Ποτέ ,δεν στέλνεις σε 15 φωτογραφίες οι 12 να είναι η φάτσα του προέδρου…Πρόεδρο σαν τίτλο βάζω, γιατί η Θήβα τελευταία έχει πάρα πολλούς…Μακάρι η επόμενη χρονιά να αλλάξει,η συμπεριφορά των θεατρινισμών και της γελοιότητας που έχει πάει την Θήβα τόσο πίσω..
Μια πρόταση:Ας φτιάξουν ένα σύλλογο και ας βραβεύει ο ένας τον άλλον.Σε μια βραδιά Βράβευσης.
Θα μου πει κανείς σε άλλες πόλεις δεν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα?ναι υπάρχουν,αλλά είναι οι εξαιρέσεις.Στην Λιβαδειά,στον Ορχομενό,στον Αλίαρτο,στο Δίστομο και στην Αράχωβα ύπαρχουν σύλλογοι,που δεν έχω γνωρίσει κάν τους προέδρους γιατί η ουσία τους είναι το Έργο να παίζεται για το Κοινό.Όχι το κοινό να παίζει για το Έργο.
Και κάτι ακόμα για τους τοπικούς δημοσιογράφους(προσωπικά δεν θεωρώ πλέον τον εαυτό μου δημοσιογραφό,γιατί δεν ζω πλέον αυτό το επάγγελμα).Μεγάλη ευθύνη για την παρακμή του δημοσιογραφικού λειτουργήματος και την απαξίωσή του,από την κοινή γνώμη έπαιξε και ο ρόλος ατόμων που δεν είχαν καμία σχέση με το επάγγελμα αυτό.
Ορίστε τι λέει το κοινό:
Σε μία εποχή που στον τοπικό τύπο κυριαρχούν τα «παπαγαλάκια» και τα φερέφωνα της προπαγάνδας,το να είσαι δημοσιογράφος είναι ένα λειτούργημα δύσκολο και επίπονο που απαιτεί πίστη και αφοσίωση. Ποια είναι τα προσόντα ενός πραγματικά καλού δημοσιογράφου;
Ο δημοσιογράφος οφείλει να μιλάει τη γλώσσα της αλήθειας. Οφείλει να ενημερώνει τους ανθρώπους που τον παρακολουθούν, χωρίς όμως να τους καθοδηγεί και να προσπαθεί να τους καταστήσει άβουλους. Έχει χρέος να αγωνίζεται για την πνευματική ελευθερία του ανθρώπου δείχνοντας σεβασμό στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά του χωρίς να δημιουργεί αισθήματα φόβου και τρόμου, όταν δεν υπάρχει λόγος.
Και κάτι ακόμα ΟΦΕΊΛΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΊΣΕΙ ΤΗΝ ΦΆΤΣΑ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΒΡΑΒΕΥΣΕΙΣ.

