Οι εργαζόμενοι μόνο μέσα από την οργάνωση στα Συνδικάτα τους μπορούν να υπερασπιστούν τη ζωή και το εισόδημά τους», τονίζει το Εργατικό Κέντρο Εύβοιας σε ανακοίνωση του για το νέο εργατικό δυστύχημα και το θάνατο του 42χρονου εργαζομένου στο Αυλωνάρι Εύβοιας.
Πρόκειται για εργατικό δυστύχημα που σημειώθηκε νωρίς το απόγευμα, της Τετάρτη 4 Μαρτίου, όταν σύμφωνα με πληροφορίες, ο 42χρονος καταπλακώθηκε από παλέτα και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εργασία του σε επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ζωοτροφών και αγροτικών προϊόντων, στην περιοχή Χάνια Αυλωναρίου.
Το Εργατικό Κέντρο Εύβοιας σε ανακοίνωση του εκφράζει τα συλλυπητήριά του στην οικογένεια και τους οικείους του εργαζόμενου που έχασε τη ζωή του, τονίζοντας ότι πρόκειται για τον τρίτο συνάδελφο που θρηνεί η Εύβοια μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων.
«Αναδεικνύεται με τον πιο τραγικό τρόπο ότι μπροστά στο “να βγει η δουλειά”, η ασφάλεια και η ζωή των εργαζομένων δεν υπολογίζεται, δεν παίρνονται τα απαραίτητα μέτρα γιατί θεωρούνται “κόστος”. Το νομοθετικό πλαίσιο που έχουν συνδιαμορφώσει οι κυβερνήσεις διαχρονικά μετατρέπει τους χώρους δουλειάς σε αρένες θανάτου, με 13ωρη δουλειά και εκτόξευση των υπερωριών, με καθήλωση του εισοδήματος που εξαναγκάζει τους εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερο, να κάνουν δυο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα», σημειώνει το Εργατικό Κέντρο, προσθέτοντας ότι «αυτή η πολιτική αποθρασύνει την εργοδοσία, εκτινάσσει την ανασφάλιστη εργασία, επιτρέπει να “ξεχειλώνουν” τα μέτρα ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, να εργάζονται ανειδίκευτοι εργαζόμενοι σε εξειδικευμένες εργασίες (πχ χειριστές μηχανημάτων). Η υποστελέχωση των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών επιδεινώνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση».
Μπροστά στην κατάσταση αυτή το Εργατικό Κέντρο τονίζει ότι «οι εργαζόμενοι, μόνο μέσα από την οργάνωση στα Συνδικάτα τους μπορούν να υπερασπιστούν τη ζωή και το εισόδημά τους, να διεκδικήσουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, μέτρα Υγείας και Ασφάλειας σύμφωνα με τις δυνατότητες της εποχής μας» και απαιτεί:
«Να διαλευκανθούν πλήρως οι αιτίες του δυστυχήματος και να αποδοθούν οι ευθύνες. Να μην υπάρξει καμία προσπάθεια συγκάλυψης, καταλογισμού “συνυπευθυνότητας” στον εργαζόμενο που έχασε τη ζωή του ή σε άλλο εργαζόμενο».
