Η ανάγκη να δυναμώσει ο συλλογικά οργανωμένος αγώνας ενάντια στην πολιτική που θυσιάζει τις ζωές των εργαζομένων για την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων, αναδείχθηκε στη εκδήλωση – συζήτηση με θέμα: «Όχι άλλοι νεκροί και σακατεμένοι για τα κέρδη τους. Ο ρόλος των Συνδικάτων στην υπεράσπιση της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς», που διοργάνωσαν τα Εργατικά Κέντρα Εύβοιας και Θήβας, την Τετάρτη 18 Φλεβάρη, στη Χαλκίδα.
Η εκδήλωση μάλιστα πραγματοποιήθηκε μέσα σε βαρύ και φορτισμένο κλίμα, εξαιτίας του νέου εργατικού δυστυχήματος και τον τραγικό θάνατο δύο ακόμη εργαζόμενων από την Εύβοια, 21 και 40 ετών αντίστοιχα, που έχασαν τη ζωή τους από ηλεκτροπληξία το μεσημέρι της Τετάρτης, εκτελώντας οικοδομικές εργασίες σε σπίτι στη Βάρη Αττικής. Με την ολοκλήρωση της εκδήλωσης μάλιστα κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη τους αλλά και στη μνήμη όλων των νεκρών της εργατικής τάξης.
Κεντρικοί ομιλητές στην εκδήλωση ήταν ο Γιάννης Τασιούλας, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Οικοδόμων Ελλάδας και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΓΣΕΕ και ο Γιώργος Δούκας, επιθεωρητής Εργασίας, μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων Επιθεώρησης Εργασίας, ενώ πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις από εκπροσώπους σωματείων, μεταφέροντας την πείρα από τους χώρους δουλειάς και τη δράση που έχει αναπτυχθεί για την διεκδίκηση μέτρων υγείας και ασφάλειας.

Στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι και στην περιοχή, με πληθώρα εργοδοτικών εγκλημάτων που άφησαν πίσω τους νεκρούς και σακατεμένους εργάτες, με εργαζόμενους που υποφέρουν από χρόνιες παθήσεις και αναπηρίες εξαιτίας της εντατικοποίησης και των συνθηκών εργασίας, στάθηκαν οι Αντώνης Κούκουρας και Κώστας Καπούλας, πρόεδροι των Εργατικών Κέντρων Ευβοίας και Θήβας, αντίστοιχα, χαιρετίζοντας τη συμμετοχή εκπροσώπων σωματείων και εργαζομένων της περιοχής.
«Η παρουσία σας εδώ, επιβεβαιώνει ότι ήταν σωστή η πρωτοβουλία που πήραν τα Εργατικά μας Κέντρα, της Εύβοιας και της Θήβας, στα πλαίσια του κοινού μας βηματισμού, για την οργάνωση μιας πιο συγκροτημένης συζήτησης γύρω από το θέμα της Υγείας και της Ασφάλειας στους χώρους δουλειάς και το ρόλο των Συνδικάτων στην υπεράσπιση της ζωής μας», σημείωσε ο Αντώνης Κούκουρας, ανοίγοντας την εκδήλωση.
Στάθηκε στους νεκρούς που έχει θρηνήσει η εργατική τάξη της Εύβοιας τα τελευταία χρόνια, αλλά και την έντονη ανησυχία που κυριαρχεί στους χώρους δουλειάς, επισημαίνοντας ότι επιδίωξη της εκδήλωσης είναι ένα φωτιστούν ορισμένες βασικές πλευρές του θέματος.
«Καταρχάς, είναι ένα ζήτημα πολυπαραγοντικό, που βέβαια έχει έναν κοινό παρονομαστή: το κυνήγι του κέρδους. Κυνήγι του κέρδους που σήμερα γίνεται σε συνθήκες έντασης του ανταγωνισμού και των αντιπαραθέσεων μεταξύ μεγάλων καπιταλιστικών κρατών και των ενώσεών τους, όπως είναι η ΕΕ», είπε, προσθέτοντας πως η πολεμική προετοιμασία «απαιτεί σε περίοδο ”ειρήνης” ένταση της εκμετάλλευσης». Όπως είπε, όλα αυτά θωρακίζονται από τους νόμους που έχουν θεσπίσει όλες οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις. Και καταλήγοντας, τόνισε πώς απέναντι στην κατάσταση αυτή τα συνδικάτα και τα εργατικά κέντρα «στοχεύουμε να χαράξουμε τη γραμμή μας για την ανάπτυξη του αγώνα μας, να μπούμε μπροστά, έχοντας καθαρό πως από την πλευρά του κράτους και της εργοδοσίας όχι μόνο δε μπορούμε να περιμένουμε τίποτα θετικό, αντίθετα, η κατάσταση θα επιδεινώνεται».
«”Το πάμε και όπου βγει”, που λέγαμε για το έγκλημα των Τεμπών, το ζούμε κάθε μέρα στους χώρους δουλειάς. Η κατάσταση έχει ξεφύγει δεν ξέρουμε αν θα γυρίσουμε σπίτια μας», σημείωσε από την πλευρά του ο Κώστας Καπούλας. Στάθηκε στο εργοδοτικό έγκλημα στη «Βιολάντα», υπογραμμίζοντας ότι από καθαρή τύχη δεν υπήρξαν δεκάδες θύματα, αλλά και στα πρόσφατα εργατικά «ατυχήματα» σε εργοστάσια της περιοχής. Αναφέρθηκε επίσης στην τραγική υποστελέχωση στην Επιθεώρηση Εργασίας και ιδιαίτερα στο Τμήμα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία και την αδυναμία ουσιαστικών ελέγχων, ενώ έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το 2017 να μεταφέρει την ευθύνη για τον έλεγχο του δήμου Τανάγρας και της μεγάλης βιομηχανικής περιοχής Οινοφύτων – Σχηματαρίου στην Επιθεώρηση Εργασίας Εύβοιας και όχι να στελεχώσει την αντίστοιχη υπηρεσία της Βοιωτίας. Εξήγησε ότι αυτό σημαίνει ότι η υπηρεσία της Εύβοιας θα πρέπει να ελέγξει τις επιχειρήσεις σε ολόκληρο το νομό και παράλληλα τα εκατοντάδες εργοστάσια και μεγάλες επιχειρήσεις στο δήμο Τανάγρας, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.
Χρειάζεται σύγκρουση με τις αιτίες

Ως ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, που αφορά κυριολεκτικά την ίδια τη ζωή των εργαζόμενων, χαρακτήρισε το ζήτημα της υγείας και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, ο Γιάννης Τασιούλας, επισημαίνοντας ότι αυτό προκύπτει από την βάρβαρη πραγματικότητα των νεκρών και σακατεμένων σε χώρους δουλειάς.
«Το 2025 έχασαν τη ζωή τους 201 εργαζόμενοι μέσα στους χώρους δουλειάς. Το στοιχείο αυτό είναι συγκλονιστικό και αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη που διαψεύδει τους εκάστοτε κυβερνώντες, που έχουν προωθήσει δεκάδες αντεργατικούς νόμους κάτω από ψευδεπίγραφους τίτλους, και την εξοργιστική επιχειρηματολογία τους για δήθεν προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, εκσυγχρονισμού των εργασιακών σχέσεων, ευελιξίας του χρόνου εργασίας», σημείωσε και πρόσθεσε:
«Το πρόβλημα με τους νεκρούς και τους σακατεμένους έχει αιτίες και υπεύθυνους. Δεν προκύπτει συμπτωματικά. Είναι αποτέλεσμα του συνόλου της αντεργατικής πολιτικής, των αντεργατικών νόμων που υλοποιούνται διαχρονικά, από όλες τις κυβερνήσεις, τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, το ΣΥΡΙΖΑ. Οι αιτίες του προβλήματος βρίσκονται στην εγκληματική πολιτική κόστους –οφέλους που υλοποιείται για να θωρακίσει την κερδοφορία και τα συμφέροντα της μεγαλοεργοδοσίας.
Σε αυτή την κατεύθυνση, εφαρμόζονται οι αντεργατικές κατευθύνσεις της ΕΕ, αξιοποιούνται οι “βέλτιστες πρακτικές” των μηχανισμών στήριξης του κεφαλαίου, οξύνεται η εντατικοποίηση της εργασίας και η εκμετάλλευση. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα συμφέροντα του κεφαλαίου, ενώ οι ανάγκες της ζωής των εργαζομένων συνθλίβονται. Η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των εργαζομένων είναι πρόβλημα διαχρονικό, σύμφυτο με τον καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης».
Συνεχίζοντας ο Γιάννης Τασιούλας, προσδιόρισε ότι το ζήτημα της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων θα πρέπει να προσεγγίζεται από την πλευρά των αναγκών τους και τόνισε:
«Η πρόωρη φθορά της υγείας των εργαζομένων, που συντελείται ως συνέπεια των αντεργατικών νόμων, της πολιτικής του κεφαλαίου και εκφράζεται σε όλες τις πλευρές της ζωής τους, δεν περιορίζεται μόνο στους χώρους δουλειάς, αλλά και έξω από αυτούς.
Δεν είναι μόνο τα εργοδοτικά εγκλήματα, οι σακατεμένοι, αλλά και τα ζητήματα πρόληψης, αποκατάστασης, αντιμετώπισης των βλαπτικών παραγόντων, που επιδρούν στην υγεία και ασφάλεια και που βρίσκονται παντού και οξύνονται. Είναι συνολικά οι όροι ζωής των εργαζομένων. Δηλαδή, δεν φεύγουμε από τους χώρους δουλειάς και τη σημερινή βάρβαρη εργασιακή πραγματικότητα, και γυρίζουμε σε μια “κανονική” ζωή, στο σπίτι μας, που αφήνουμε τα προβλήματα πίσω. Τα προβλήματα συνεχίζουν να υπάρχουν και επιδρούν. Οξύνονται από την υλοποίηση και την εφαρμογή των αντεργατικών νόμων και επιδεινώνουν, συνολικά, την υγεία και τους όρους ζωής μας (…).
Τα πράγματα θα χειροτερέψουν και οι εκάστοτε κυβερνήσεις παίρνουν μέτρα που απαιτεί το κεφάλαιο.
Οι διεκδικήσεις και τα αιτήματα των συνδικάτων, των ζωντανών συνδικάτων, του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, είναι σε σύγκρουση με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική που επιχειρεί να συσκοτίσει τις πραγματικές αιτίες και να παρουσιάσει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Κατά συνέπεια, το ζήτημα εστιάζεται στους δύο δρόμους ανάπτυξης. Από τη μια η ανάπτυξη για τα κέρδη των λίγων, που την θρέφει το αίμα των εργατών, και από την άλλη η ανάπτυξη που στο επίκεντρό της έχει την προστασία των εργαζομένων, την ικανοποίηση των αναγκών της εργατικής λαϊκής οικογένειας, που έρχεται σε σύγκρουση δηλαδή με το σύστημα της εκμετάλλευσης. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι για να υπερασπιστούμε τη ζωή μας συνολικά, στους τόπους δουλειάς, και παντού, απαιτείται οργανωμένος ταξικός αγώνας με γραμμή πάλης και διεκδικήσεις που στο επίκεντρο θα βάζουν τις ανάγκες των εργαζομένων, ως συστατικό στοιχείο της λειτουργίας και δράσης των συνδικάτων. Απαιτούνται πλαίσια πάλης που οξύνουν την αντιπαράθεση με τη γραμμή του κεφαλαίου, των υποστηρικτών του, που αποκαλύπτουν τις αιτίες των προβλημάτων, φωτίζουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται και πρέπει να κατακτηθούν, ώστε ο εργαζόμενος, ο παραγωγός του πλούτου, να μπορεί να ζήσει πραγματικά, σύμφωνα με τις δυνατότητες της εποχής, την πρόοδο, την επιστημονική εξέλιξη και όχι η ζωή του να συνθλίβεται για τα κέρδη των λίγων.
Η “αιμορραγία” σε ανθρώπινες ζωές θα συνεχίζεται, ο αριθμός των σακατεμένων εργατών θα μεγαλώνει όσο η ανάπτυξη θα γίνεται με γνώμονα το κέρδος.
Αυτό σημαίνει ότι η πάλη των συνδικάτων πρέπει να στοχεύει το σύνολο της αντεργατικής πολιτικής. Δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη λήψη τεχνικών μέτρων για την ασφάλεια της εργασίας, ούτε μόνο στην επιμονή για ουσιαστικούς ελέγχους, αλλά αυτό να είναι η βάση για να ξεδιπλώνει όλη την αντιπαράθεση με το κεφάλαιο και την εργοδοσία. Πρέπει να εμπεριέχει όλες τις πλευρές της αντιπαράθεσης και να ενισχύει την προοπτική της ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση της κοινωνίας που στο επίκεντρο θα έχει τα συμφέροντα και τις ανάγκες των εργαζομένων. Σήμερα, υπάρχουν οι δυνατότητες, οι εργαζόμενοι να έχουν υψηλές παροχές υγείας και πρόληψης, αλλά αυτή η δυνατότητα εμποδίζεται στο καπιταλιστικό σύστημα».
Το πρόβλημα της υποστελέχωσης είναι δομικό και όχι συγκυριακό

Από την τήρηση ενός λεπτού σιγής
Στο ζήτημα της υγείας και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, αναφέρθηκε ο Γιώργος Δούκας, τονίζοντας ότι σε αυτό εκτός από τα εργατικά ατυχήματα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η προστασία της υγείας των εργαζομένων από τις επαγγελματικές ασθένειες.
«Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και Υγεία στην Εργασία, στην Ευρώπη το 98% των θανάτων στην εργασία οφείλονται σε επαγγελματικές ασθένειες και μόλις το 2% σε εργατικά “ατυχήματα”, στην Ελλάδα δεν καταγράφεται καμία επαγγελματική ασθένεια τη στιγμή που η εκτίμηση του οργανισμού είναι πως 2.500 άνθρωποι κάθε χρόνο πεθαίνουν από επαγγελματικές ασθένειες.
Αυτή η έλλειψη καταγραφής οφείλεται σε πολιτική επιλογή όλων των μέχρι τώρα κυβερνήσεων και έχει συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο. Γιατί όταν ασθένειες που δημιουργήθηκαν από τις συνθήκες εργασίας καταγράφονται ως “κοινή νόσος” τότε οι εργοδότες απαλλάσσονται από ένα σημαντικό οικονομικό κόστος το οποίο μετακυλίεται φυσικά στους εργαζόμενους και τις οικογένειες τους. Επιπλέον, η μη καταγραφή τους αντικειμενικά οδηγεί στην έκθεση κι άλλων εργαζομένων σε βλαπτικούς παράγοντες καθώς δεν εντοπίζεται η πηγή του προβλήματος”, σημείωσε χαρακτηριστικά.
Αναφέρθηκε επίσης στις τεράστιες ελλείψεις στην Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας, σημειώνοντας ότι «με βάση τα τελευταία στοιχεία για όλη την Ελλάδα υπάρχουν μόλις 233 Επιθεωρητές, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι και με όλα τα διοικητικά καθήκοντα. Σε κάθε έναν αντιστοιχούν τουλάχιστον 1509 επιχειρήσεις και 10.814 εργαζόμενοι. Είμαστε σχεδόν στο 50% από τον προβλεπόμενο αριθμό του 2000 και ο μέσος όρος ηλικίας των επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας είναι περίπου 55 έτη».
Τόνισε μάλιστα ότι στο τμήμα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασίας Εύβοιας, που έχει στην ευθύνη του και την περιοχή του δήμου Τανάγρας και της ΒΙΠΕ Οινοφύτων – Σχηματαρίου, υπηρετούν μόλις 7 επιθεωρητές, ενώ στην αντίστοιχη υπηρεσία της Λιβαδειάς, που την ευθύνη για ολόκληρη την Βοιωτία (εκτός του Δήμου Τανάγρας) και την περιοχή της Φωκίδας, υπηρετούν μόλις 2 επιθεωρητές υγείας και ασφάλειας!
Πλούσια πείρα από τις συνθήκες και τις διεκδικήσεις σε χώρους δουλειάς

Ακολούθησαν παρεμβάσεις εκπροσώπων συνδικάτων, οι οποίοι μετέφεραν την πείρα και τα συμπεράσματα από χώρους δουλειάς, την εργοδοτική αυθαιρεσία και ασυδοσία, τις διεκδικήσεις που αναπτύχθηκαν, αλλά και τις δυσκολίες που υπάρχουν στην ανάπτυξη της δράσης και της διοίκησης των συνδικάτων.
Την πείρα από τους μεγάλους αγώνες που έχουν δώσει οι εργαζόμενοι της ΛΑΡΚΟ σε διάφορες φάσεις λειτουργίας της εταιρείας, μετέφερε στην παρέμβαση του ο Παναγιώτης Πολίτης, απολυμένος της ΛΑΡΚΟ και πρόεδρος του Σωματείου της Λάρυμνας.
Εστίασε στις μεγάλες κινητοποιήσεις στις δεκαετίας του ’70, όταν η ΛΑΡΚΟ ήταν ιδιοκτησίας Μποδοσάκη και οι εργαζόμενοι με το Σωματείο και με το λαό της περιοχής, έδωσαν έναν πολυήμερο και δύσκολο αγώνα για μέτρα υγείας και ασφάλειας. Διεκδίκησαν και κέρδισαν με την αποφασιστικότητα και μαζικότητα του αγώνα τους την υπογραφή «μνημονίου» για μέτρα προστασία της ζωής τους από τις άθλιες συνθήκες και τις θανατηφόρες εκρήξεις στα καμίνια, αλλά και μέτρα για την προστασία τους από τους ρύπους, όπως η κατασκευή της μεγάλης τσιμινιέρας που δεσπόζει ακόμη στο εργοστάσιο.
«Ακόμη και σε εργοστάσια που η εργοδοσία φαινομενικά παίρνει μέτρα, βάζει ταμπέλες, κάνει ενημερώσεις, την ίδια ώρα βάζει τους προϊσταμένους να σε “πηγαίνουν τρένο” από την εντατικοποίηση. Να σου λένε ότι η παραγωγή δεν βγαίνει, ότι είσαι τεμπέλης, ότι θα χάσεις τα μπόνους – που εσύ έχεις ανάγκη γιατί είναι το γάλα του παιδιού σου, και έτσι θα παρακάμψεις και τα συστήματα ασφαλείας και θα βάλεις και το χέρι σου στη φωτιά ακόμη», ανέφερε ο Άρης Βενιζέλος, πρόεδρος του Συνδικάτου Τροφίμων και Ποτών Βοιωτίας και μέλος της διοίκησης του Εργατικού Κέντρου Θήβας, δίνοντας γλαφυρά στη σύσκεψη την κατάσταση που επικρατεί στους χώρους δουλειάς και την υποκρισία «του πάνω από όλα οι εργαζόμενοι». Στο πλαίσιο αυτό τόνισε την ανάγκη να μπουν μπροστά τα συνδικάτα ενημερώνοντας τους εργαζόμενους, φέρνοντας τους παραδείγματα από χώρους δουλειάς που οι εργαζόμενοι συλλογικά με το Σωματείο τους διεκδίκησαν και κέρδισαν μέτρα προστασίας και αυξήσεις στους μισθούς.
Τη σημαντική συμβολή και στήριξη της Ομοσπονδίας Οικοδόμων στη δράση των περιφερειακών συνδικάτων επισήμανε στην παρέμβαση του, ο Στέργιος Κουτσιούμπας, πρόεδρος του Συνδικάτου Οικοδόμων Θήβας, σημειώνοντας παράλληλα τα βήματα τα θετικά βήματα που έχουν γίνει στο συντονισμό της δράσης των αγωνιστικών συνδικάτων της περιοχής και της παρακαταθήκης που αφήνει και στη διεκδίκηση μέτρων υγείας και ασφάλειας.
Στην έκθεση των εργαζομένων σε επιβλαβής παράγοντες, όπως διάφορες χημικές ουσίες και αέρια, στάθηκε ο Γιώργος Καβάλος, πρόεδρος του επιχειρησιακού συνδικάτου «Μόρνος ΑΕ», μέλος της διοίκησης του συνδικάτου Χημικής Βιομηχανίας Βοιωτίας «Ο Σπάρτακος» και του Εργατικού Κέντρου Θήβας. Τόνισε μάλιστα ότι δεν υπάρχει αρμόδια αρχή για την διεξαγωγή ελέγχων και μετρήσεων, ενώ επισήμανε ότι στην ευρύτερη περιοχή Θήβας Οινοφύτων και Σχηματαρίου, με εκατοντάδες μεγάλες επιχειρήσεις και εργοστάσια, υπάρχει πλήθος χώρων δουλειάς χωρίς Σωματεία και ανάπτυξη διεκδίκησης. Σε αντιπαράθεση με τις συνθήκες εργοδοτικής αυθαιρεσίας που επικρατούν στους χώρους αυτούς, έφερε το παράδειγμα της Μόρνος ΑΕ, όπου οι εργαζόμενοι και το Σωματείο τους έχουν πετύχει να περιλαμβάνονται στην επιχειρησιακή ΣΣΕ μέτρα για τη στήριξη εργαζομένων που έχουν υποστεί εργατικό ατύχημα.
Στο παράδειγμα των ρετσινάδων – δασεργατών της βόρειας Εύβοιας που μετά την καταστροφική πυρκαγιά εργάζονται στο πρόγραμμα αποκατάστασης και συντήρησης του δάσους, που κέρδισαν με τον αγώνα τους, στάθηκε ο Δημήτρης Λιάσκος, μέλος της διοίκησης του Εργατικού Κέντρου Εύβοιας. Τόνισε μάλιστα ότι οι δασεργάτες θρηνούν νεκρούς συναδέλφους τους σε ώρα εργασίας, ενώ επισήμανε ότι χρειάστηκε να διεκδικήσουν αγωνιστικά την χορήγηση μέσων ατομικής προστασίας, παρά τις δύσκολες συνθήκες εργασίας τους μέσα στο δάσος και χωρίς αναγνώριση της επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας τους. Σημείωσε μάλιστα ότι το ζήτημα δεν έχει να κάνει μόνο με τα μέτρα και μέσα προστασίας, αλλά συνολικότερα με τις υποδομές, καθώς στη βόρεια Εύβοια υπάρχει έλλειψη ιατρικής φροντίδας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη μεταφορά ασθενών σε καρότσες αγροτικών ελλείψει ασθενοφόρου, τις τραγικές ελλείψεις στα κέντρα υγείας και την τεράστια απόσταση μέχρι το κοντινότερο νοσοκομείο.
Στην πείρα από χώρους δουλειάς στο κλάδο των τροφίμων και ποτών, αναφέρθηκε, ο Γιάννης Τζαβάρας, γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Εύβοιας και πρόεδρος του Συνδικάτου Τροφίμων και Ποτών Εύβοιας, σημειώνοντας τις κατακτήσεις που κερδήθηκαν μέσα από τη δράση των Σωματείων. Προσδιόρισε ωστόσο ότι οι διεκδικήσεις δεν θα πρέπει να περιορίζονται στα όρια που διαμορφώνει η νομοθεσία που θεσπίζεται με βάση τα συμφέροντα της εργοδοσίας, αλλά «οδηγός» θα πρέπει να είναι οι δυνατότητες της εποχής, της τεχνολογίας και της επιστήμης και το πώς μπορούν να αξιοποιηθούν για την πρόληψη και αποφυγή εργατικών ατυχημάτων και συνολικότερα την προστασία της υγείας και της ζωής των εργαζομένων.
«Σήμερα γίνεται ακόμα πιο φανερό πως η υπεράσπιση της ζωής μας πρέπει να γίνει δική μας υπόθεση, υπόθεση των συνδικάτων, της οργανωμένης εργατικής τάξης! Συλλογικά και διεκδικητικά να δυναμώσουμε τον αγώνα απέναντι στην εγκληματική πολιτική του κέρδους και σε όσους την υπηρετούν, όσα μασκαρέματα κι αν κάνουν. Να δυναμώσουμε τον αγώνα για δουλειά και ζωή με βάση τις σύγχρονες ανάγκες μας και τις δυνατότητες που προσφέρουν σήμερα η επιστήμη και η τεχνολογία, έχοντας καθαρό ότι για να κερδίσουμε εμείς πρέπει να χάσουν η μεγαλοεργοδοσία και το κράτος της – μέση λύση δεν υπάρχει», σημείωσε ο Γιάννης Τζαβάρας.
Την μεγάλη σημασία να έχουν τα συνδικάτα γραμμή σύγκρουσης και διεκδίκησης και όχι να αποτελούν στηρίγματα της εργοδοσίας, τόνισε ο Κώστας Ντούρμας, μέλος της διοίκησης του Εργατικού Κέντρου Εύβοιας και πρόεδρος του επιχειρησιακού Σωματείου Κελαϊδίτης ΕΠΕ – Σκαλέζα – Μαζαράκι. Αναφέρθηκε μάλιστα με συγκεκριμένα παραδείγματα στο ρόλο του εργοδοτικού συνδικαλισμού και πώς μέλη διοίκησης σωματείων έφτασαν στο σημείο να καταθέτουν στα δικαστήρια και να αθωώνουν την εργοδοσία, ενώ από την άλλη επισήμανε τη στάση σωματείων με αγωνιστική κατεύθυνση που μέσα από τον αγώνα τους κέρδισαν και μέτρα προστασίας αλλά και αυξήσεις στα μεροκάματα.
